Παρασκευή , 15 Δεκεμβρίου 2017
Vasilakos News
Home » Facebook » Η Αναφορά στον Γκρέκο και ο κάτι σαν Καζαντζάκης του Γιάννη Σμαραγδή.

Η Αναφορά στον Γκρέκο και ο κάτι σαν Καζαντζάκης του Γιάννη Σμαραγδή.

kazaΟ «Καζαντζάκης» αποτελεί την τελευταία ταινία του λαοπρόβλητου και αδιαμφισβήτητα δημοφιλούς δημιουργού βιογραφιών αγίων, Γιάννη Σμαραγδή. Στο όνομα και μόνο του περίφημου πια Έλληνα σκηνοθέτη, ανοίγουν όλες οι πόρτες, τρέχουν από πίσω του οι μεγάλοι χορηγοί, κάθε του ταινία προβάλλεται ΠΑΝΤΑ ως αριστούργημα από τα τοπικά μέσα που την αποθεώνουν σε ολοκληρωτικό σχεδόν βαθμό, προβάλλοντας την ΠΑΝΤΑ ως ένα έργο που κανείς δεν πρέπει να χάσει, ένα έργο που ανυψώνει ΠΑΝΤΑ το εθνικό αίσθημα και φυσικά ΠΑΝΤΑ διαφημίζει την Ελλάδα στο εξωτερικό.

Που κρύβεται όμως η αλήθεια και τι από όλα αυτά είναι υπερβολή.

Η απάντηση; Κάτι παραπάνω από προφανής.

Τα πάντα είναι μία υπερβολή.

Η «Αναφορά στο Γκρέκο», το τελευταίο και ουσιαστικά ανολοκλήρωτο βιβλίο του Κρητικού συγγραφέα που έγραψε μονάχα μία φορά μη προλαβαίνοντας να το διορθώσει ξαναγράφοντάς το από την αρχή περισσότερες, κατά την αγαπημένη του συνήθεια (ο Κακριδής στην εισαγωγή της Οδύσσειας του Ομήρου αναφέρει πως είχαν διορθώσει μαζί ολόκληρη την Ιλιάδα 11 φορές!) κυκλοφόρησε σε νέα έκδοση από τις Εκδόσεις Καζαντζάκη το 2014. Στο επίμετρο, ο Πάτροκλος Σταύρου, Επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής σχολής του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ξεκινάει (σελίδα 509) ως εξής: “H Αναφορά στον Γκρέκο είναι η μυθιστορηματική αυτοβιογραφία, «ένα είδος αυτοβιογραφίας» του Νίκου Καζαντζάκη. Περιλαμβάνει γεγονότα και πράξεις της ζωής του που έχουν συγκεκριμένη μορφή, βυθίζεται ακόμη στα περασμένα. Αλλά περιέχει και όνειρα και οράματα που πραγμάτωσε, και άλλα που δεν μπόρεσε ή δεν πρόλαβε να μορφοποιήσει. Όμως τα βίωσε μέχρι τέτοιου βαθμού που φαίνονται σαν να τα έζησε”. Και αυτό είναι και γενικότερα το μεγάλο πρόβλημα των αυτοβιογραφιών. Κανείς δεν μπορεί να ξεχωρίσει ποτέ την αλήθεια από το ψέμα. Τη διαβάζεις, και με το κριτικό σου μάτι επιλέγεις που εσύ θέλεις να εστιάσεις.

Πού εστιάζει όμως αλήθεια ο Σμαραγδής; Μήπως στο φιλόσοφο Καζαντζάκη; Στον άνθρωπο που πολεμούσε συνεχώς με το είναι του, με τη ίδια του την ανθρώπινη φύση και αδυναμία; Στον πολυπράγμονα συγγραφέα, δημοσιογράφο, πολιτικό Καζαντζάκη; Όχι, όχι και όχι. Στον «Καζαντζάκη» του Έλληνα δημιουργού γνωρίζουμε από κοντά μία άγνωστη πτυχή του ιστορικού αυτού προσώπου, αυτή του παμμέγιστου Ερωτύλου.

Περνώντας βιαστικά και εντελώς επιδερμικά τα παιδικά του χρόνια ξαφνικά γνωρίζουμε από κοντά έναν ήρωα που βρίσκεται διαρκώς στο δρόμο για κάπου και έρχεται σε ερωτική επαφή με διαφορετικές γυναίκες που όλες υποκύπτουν στην παρουσία του με την πρώτη. Μία στο Παρίσι, μία στο Βερολίνο, μία στη Βιέννη, μία παντού και πάντα. Ο Καζαντζάκης για τον Σμαραγδή, είναι ο τυφώνας συναισθημάτων που έγραψε νεαρός ακόμα με ψευδώνυμο το «Όφις και Κρίνος», δεν ενηλικιώνεται ποτέ. Μοιάζει να ζει το σύνολο της ζωής του σε συναισθηματική τρανς, ανταλλάζοντας γλυκόλογα και σάλια με παρουσίες που κανείς ποτέ δεν κάνει τον κόπο να εξηγήσει στο θεατή πως τις γνώρισε, με την ερωτική εξομολόγηση στη μετέπειτα σύντροφό του Ελένη να αποτελεί μνημείο γλοιώδους κειμένου που λογικά γράφτηκε από κάποιον 14χρονο μαθητή γυμνασίου που ονειρεύεται μέρα νύχτα πως θα ρίξει το κορίτσι του Γ3, γαλλικό.

Αλλά πέραν της ατέρμονης εκτόνωσης των ερωτικών συναισθημάτων του πρωταγωνιστή, το χειρότερο χαρακτηριστικό της ταινίας είναι πως οι γυναίκες του «Καζαντζάκη» είναι φελλοί. Ουσιαστικά δεν υπάρχουν. Δεν έχουν άποψη, δεν έχουν ενδιαφέροντα, υπάρχουν μόνο για να τον αποθεώνουν, να γελάνε ψεύτικα με τα αστεία του, να τον φιλάνε, να τον κανακεύουν, να κοιτάνε με ματιές χαμένες στο άπειρο μαζί του τα ατελείωτα ηλιοβασιλέματα και φυσικά, να του δακτυλογραφούν τα κείμενα! Ο ήχος της γραφομηχανής, είναι το αδιαμφισβήτητο soundtrack της ταινίας, μαζί με τους ήχους του τραίνου από τα ασταμάτητα ταξίδια και τα ψεύτικα γέλια όλων όσων συναναστρέφονται το συγγραφέα. Κανένας δεν του αντιμιλάει, κανένας δεν μοιάζει έστω να έχει μία ουσιαστική ανταλλαγή απόψεων με τον πρωταγωνιστή, μόνο ο Σικελιανός δείχνει να προσπαθεί να διαδράσει μαζί του, αλλά φευ, ο Καζαντζάκης βρίσκει πάντα στο τέλος μόνος του την απάντηση για όλα. Τα ταξίδια είναι πάντα η απάντηση, τι αποκομίζει από το καθένα από αυτά δεν ενδιαφέρει κανέναν, πόσο μάλλον τον δημιουργό Σμαραγδή ο οποίος φτιάχνει στο πανί ορισμένες πανέμορφες αλλά αβάσταχτα άδειες εικόνες, και πολλές, μα πάρα πολλές απίστευτα φαιδρές που προκαλούν στο κοινό μία παραληρηματική ευθυμία. Μοιάζει να μη γνωρίζει, πως ο θεατής εν έτει 2017 έχει εκπαιδευμένο μάτι και μπορεί να καταλάβει τη διαφορά ανάμεσα σε ένα πλάνο από σοβαρή κάμερα κινηματογράφησης, αυτό  που είναι τραβηγμένο από ενός drone της σειράς και αυτό που μοιάζει να φτιάχτηκε σε ένα φτηνό πρόγραμμα υπολογιστή. Επίσης επιμένει στην άποψη πως για να καταλάβει ο ίδιος θεατής πως ο πρωταγωνιστής είναι στην έρημο, πρέπει να του δείξει καμήλες, για να καταλάβει πως είναι περίοδος γερμανικής κατοχής πρέπει να βάλει χάρτινα αεροπλάνα να περνάνε πάνω από την Ακρόπολη, για να καταλάβει τις επιρροές του συγγραφέα από τον Φρόιντ πρέπει ο γιατρός που αναλαμβάνει να γιατρέψει τα σπυριά του έρωτα (!) που έχει βγάλει στο πρόσωπο, να μοιάζει φυσιογνωμικά με τον Αυστριακό ψυχίατρο. Ο θεατής όμως, ευτυχώς πια, δεν είναι τόσο αφελής, για αυτό και όλα αυτά τα τρικ μπορεί και τα αναγνωρίζει. Ειδικά σε μία ταινία που το τελικό αποτέλεσμα δεν παίρνει καμία βοήθεια από τις ερμηνείες.

Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος μου είναι συμπαθής. Στην ταινία όμως μοιάζει σαν να τον έχει χτυπήσει όταν ήταν νήπιο κεραυνός, είτε κοιτάζοντας τρομαγμένος προς όλες τις κατευθύνσεις είτε με βλέμμα δήθεν αναζήτησης στο άπειρο δίχως λόγο και αφορμή. Δύο εκφράσεις. Τρίτη δεν αναγνώρισα. Η Μαρίνα Καλογήρου ως Ελένη Σαμίου (για τη Γαλάτεια Αλεξίου, πρώτη του σύζυγο, ούτε λόγος, λογικά ο θεατής αφού δεν τη βλέπει στην ταινία, δεν υπήρξε κιόλας…) είναι τίμια θεωρώ σε αυτό που της ζήτησαν να κάνει, το άδειο περιεχομένου, το «για ένα φουστάνι αδειανό για μιαν Ελένη», διαρκώς τρεμάμενο πρίμο σιγόντο του συγγραφέα. Εδώ αξίζει πραγματικά ειδική αναφορά στην κεφάτη “over the top” ερμηνεία του Νίκου Καρδώνη στο ρόλο του Άγγελου Σικελιανού, η οποία μοιάζει να ξεπήδησε κυριολεκτικά από άλλο έργο ενώ και ο Στάθης Ψάλτης, είναι πολύ καλός στα 90 δευτερόλεπτα που εμφανίζεται στο πανί.

Από εκεί και πέρα; Το απόλυτο ναυάγιο. Καρικατούρες χάρτινων ανθρώπων, δοσμένες με ένα δήθεν στιλιζάρισμα εποχής και με έναν κενό στόμφο, με κορυφαία αυτή του Θοδωρή Αθερίδη ως Ζορμπά, ο οποίος με μία εκτός τόπου και χρόνου ερμηνεία, θεωρώ πως εκτίθεται. Η προσπάθεια αντιγραφής (γιατί άραγε να επιλέξει να αντιγράψει ο σκηνοθέτης κάτι τόσο προβεβλημένο) της γνωστής σκηνής με τον Ζορμπά Άντονι Κουήν που χορεύει συρτάκι στον γνωστό ρυθμό που είναι ξακουστός σε όλο τον κόσμο, έγινε με έναν Αθερίδη να χοροπηδάει εκτός ρυθμού, έτσι γιατί λογικά αυτό κάνουν οι λεβέντες. Το αποτέλεσμα, προφανές, έδειχνε απλά γελοίος.

Δεν θα ασχοληθώ με τις διαρκείς τοποθετήσεις προϊόντος, θα αναφέρω μονάχα αυτό. Σε μία σκηνή της ταινίας, ο Καζαντζάκης, υπουργός πια, επισκέπτεται ένα κατεστραμμένο χωριό της Κρήτης, λεηλατημένο από τους Γερμανούς. Στην πόρτα ενός γκρεμισμένου σπιτιού είναι ζωγραφισμένοι τρεις μαύροι σταυροί, μιας και η χαροκαμένη μάνα που κάθεται στην πόρτα μας αφηγείται πως οι κατακτητές, σκότωσαν τον άντρα και τους δύο της γιους επειδή έκρυβαν Άγγλους στρατιώτες. Όταν δε ο υπουργός τη ρωτάει γιατί έβαλε την οικογένειά της σε τέτοιο κίνδυνο, αυτή του απαντάει κλαίγοντας «Γιατί σκεφτόμουν τις μανάδες τους». Για μένα προσωπικά, η συγκεκριμένη, είναι η κορυφαία σκηνή του έργου, μία εικόνα που με σόκαρε, που με έκανε να σκεφτώ μέχρις ότου στο ακριβώς επόμενο πλάνο ο Σμαραγδής μου δείχνει παιδιά να παίζουν έξω από  έναν ολοκαίνουριο φούρνο, φρεσκοβαμμένο της κούτας, που από έξω δέσποζε ταμπέλα διαφήμιση γνωστή εταιρεία από Κρητικά παξιμάδια. Αυτό είναι ντροπή. Δείχνει πως δε σέβεσαι τον θεατή, πως απλά καις φιλμ για να γεμίσεις τα 120 λεπτά που θες να είναι η ταινία σου. To αποτέλεσμα; Σε κάθε προϊόν που προβαλλόταν, είτε αυτό ήταν γνωστό μέλι, είτε πολύ γνωστή «εθνική» τράπεζα, το κοινό ξεσπούσε σε τρανταχτά γέλια.

Γιατί φυσικά ο κόσμος που είχε γεμίσει το σινεμά, μοιάζει να μην πιάστηκε στον ύπνο. Ακόμα και αυτοί που σοκαρίστηκαν αρχικά από το φαιδρό επίπεδο διαλόγων που ξεκινούσαν από το «Πες της δε μπορώ σήμερα. Θα μπορώ αύριο» και τελείωναν σε βαρυσήμαντα «Θέλω να σε πάω ένα ταξίδι, θέλω να σου δείξω το φως», περνώντας μια μια οι σκηνές, όπου ο Καζαντζάκης κάνει ασταμάτητα πεσίματα σε θέατρα, σε σινεμά, σε διαλέξεις, σε παραλίες όταν οι φίλοι του παίζουν το «Χεη Πειρατή, το τόπι μου», έμοιαζε να συνειδητοποιεί τι βλέπει μετατρέποντας αυτόματα μέσα του το δράμα σε κωμωδία, με αποκορύφωμα την τελευταία σκηνή που μία λάμψη, εν είδει Τίνκερμπελ, ανέρχεται από το σώμα του νεκρού πια Καζαντζάκη (όπου ο Στέφανος Ληναίος έχει αντικαταστήσει χωρίς καμία προηγούμενη προειδοποίηση τον Παπασπηλιόπουλο στο ρόλο του γηραιού πια συγγραφέα όταν όμως τη σύζυγό του Ελένη εξακολουθεί και παίζει η Καλογήρου!) και φυσικά συναντάει στις πύλες του Παραδείσου, ποιόν άλλον, τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο, τον Ελ Γκρέκο, δηλαδή την προτελευταία του ταινία, σε ένα πλάνο που θυμίζει κάτι ανάμεσα σε Αρονόφσκι και σε Disney on Ice. Δεν ακουγόταν από τα γέλια στον κινηματογράφο καν η μουσική του τέλους.

Κλείνοντας κάτι ακόμα. Ο Σμαραγδής είναι ο Σμαραγδής. Και καλά κάνει και κάνει ότι κάνει αφού μπορεί και το κάνει, δικαίωμά του. Δεν είναι όμως καθόλου όμορφο και πρέπον να προσπαθεί να πείσει καλά και σώνει το Ελληνικό κοινό πως ο Καζαντζάκης ήταν ΤΟΣΟ Χριστιανός. Προσοχή, δεν αναφέρομαι στο θρήσκος. Το έργο του είναι σχεδόν Θεολογικό, βασανίστηκε όσο λίγοι να αποδώσουν στο χαρτί το δρόμο προς το Θείο, και είναι εντελώς μειωτικό να προσθέτεις από το πουθενά και χωρίς να υπάρχει λόγος, δική σου αδεία, στα σπίτια του σε όλες τις χώρες που δείχνεις πως επισκέφθηκε, έναν Εσταυρωμένο, σε φυσικό μέγεθος, σαν αυτούς που κρεμάμε τις κολαΐνες τη Μεγάλη Πέμπτη. Είναι εξόφθαλμη παρέμβαση και άρα εκτός πλαισίου. Όπως επίσης και οι διαρκείς προσπάθειες της Χριστιανικής αλλά και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας να αποκηρύξουν το έργο του, ναι είναι ενοχλητικές για το θρήσκο κοινό, η ιστορία όμως είναι ιστορία και δε μπορούμε από τη στιγμή που γυρίζουμε ιστορική βιογραφία να αφήνουμε τόσο σημαντικά κομμάτια της απέξω μόνο και μόνο για να μη γίνουμε δυσάρεστοι. Είναι μία πραγματικότητα, την αποτυπώνουμε ως οφείλουμε και προχωράμε.

Και πραγματικά οφείλω να δώσω τα ειλικρινή και θερμά μου συγχαρητήρια στο Μουσείο Καζαντζάκη, που κράτησε καθαρό το όνομά του απέχοντας από το συγκεκριμένο πρότζεκτ, και παραμένει αθόρυβα αλλά με ουσία, αληθινός πυλώνας πολιτισμού για αυτό το βασανισμένο νησί, έχοντας να επιδείξει θαυμαστό τα τελευταία χρόνια έργο, ειδικά με τα εκπληκτικά φεστιβάλ «Ταξιδεύοντας» που διοργανώνει στη Μυρτιά κάθε καλοκαίρι και γίνεται ο απόλυτος πόλος έλξης για θαυμαστές του τεράστιου δημιουργού αλλά και μη γνώστες του έργου του, από ολόκληρο τον κόσμο. Πέρσι Ισπανία, φέτος Αγγλία, του χρόνου Ρουσία. Όσο οι πόρτες του είναι ανοιχτές, υπάρχει ελπίδα.

Κλείνοντας θέλω να πω επανέλθω σε αυτό από το οποίο ξεκίνησα. Η «Αναφορά στο Γκρέκο» είναι ένα μαγικό βιβλίο. Έχει μέσα του απίθανους χαρακτήρες, τη λατρεμένη του μητέρα και τον αξιαγάπητο παππού του, τους δασκάλους και την Ιρλανδέζα του, την Τίγρη που ξαγρυπνά και την Αμυγδαλιά που ανθίζει στο χειμώνα, χαρακτήρες με θαυμαστό βάθος που δικαιολογούν σελίδα με τη σελίδα την ύπαρξή τους. Ο Καζαντζάκης το ολοκληρώνει άρρωστος, στο κρεβάτι του πόνου, κάνει σε αυτό τον απολογισμό του πριν το τελευταίο του ταξίδι, αλλά δεν γράφει απευθυνόμενος στον εκπαιδευμένο αναγνώστη, αφού πρόκειται για ένα βιβλίο απλό και άμεσα οικείο στη γραφή του, αλλά ταυτόχρονα και απροσδόκητα βαρύ και αληθινό. Σε σημεία του μοιάζει να είναι το απόλυτο βιβλίο αποφθεγμάτων, ίσως περισσότερο και από την Ασκητική, και η ταινία αυτή σίγουρα αποτελεί μία πρώτης τάξεως ευκαιρία για όλους μας να (ξανά)γνωρίσουμε μέσα από τις σελίδες του μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες που πέρασαν ποτέ από αυτό τον τόπο.

Αυτή που δε μπήκε καν στον κόπο να μας συστήσει ο Γιάννης Σμαραγδής.

Ιδού και ορισμένα από τα αγαπημένα μου αποσπάσματα από αυτό.

img_2328b55dd407-e9bf-4cae-9477-6f69458dfadaimg_2330img_2332img_2336img_2331 img_2335 img_2341img_2335img_2341

Scroll To Top