Παρασκευή , 24 Μαρτίου 2017
Vasilakos News
Home » Άρθρα που Άρεσαν! » Καλοκαιρινός Εφιάλτης.

Καλοκαιρινός Εφιάλτης.

«Βασιλάκο μου, δε θα μπορέσω τελικά να έρθω μαζί σου για κάμπινγκ στα Μάταλα, αρρώστησε η γιαγιά μου και θα πάμε να τη δούμε οικογενειακώς στο χωριό»

Τόση πολλή στεναχώρια, ειλικρινά δεν ήξερα πώς να τη διαχειριστώ. Το ονειρεμένο σαββατοκύριακο που επί εβδομάδες σχεδίαζα με τη κοπέλα που για μήνες ολόκληρους προσπαθούσα να κατακτήσω, καταστράφηκε μέσα σε ελάχιστα μόλις δευτερόλεπτα. Πάλι καλά να λέω που δέχτηκε τελευταία στιγμή να έρθει μαζί μου ο καλύτερός μου φίλος και έτσι τουλάχιστον η νοητική προετοιμασία τόσων μηνών δεν θα πήγαινε στο βρόντο. «Με έναν όρο όμως. Θα πάμε στη Σούγια». Δεν είχα καν τη δύναμη να του αρνηθώ αν και στη διαδρομή είχαν προστεθεί αυτομάτως πάνω από 500 χιλιόμετρα. Έπρεπε να καταλάβω όμως από νωρίς ότι τίποτα δε θα πήγαινε καλά.

Ξύπνησα στις 8 το πρωί με το ραντεβού να είναι στις 10. Σκηνή, πασαλάκια, υπόστρωμα, ρούχα, πετσέτες, αντηλιακό, και ρεζερβουάρ βενζίνης γεμάτο. Βάζω το κλειδί στη μίζα, αλλά το αυτοκίνητο αρνείται πεισματικά να πάρει μπρος. Μέσα σε απίστευτη ένταση και μπινελίκια κάθε είδους να εκτοξεύονται προς πάσα κατεύθυνση, έφτασε μέσα σε λιγότερο από μία ώρα σπίτι μου ένα φρεσκοπλυμένο ενοικιαζόμενο matizaki, της κούτας. «Δεν πέφτει η διάθεσή μας, ξεκινάμε!» Λίγο πριν το βγούμε στην εθνική οδό συνειδητοποιώ ότι έχω ξεχάσει το πορτοφόλι μου. Αναγκαστική επιστροφή στη βάση.

Ναι, ξέρω.

Δεν είχαμε ξεκινήσει καλά.

Στη διαδρομή κύριο θέμα συζήτησης ήταν η πίκρα μου για την εκδρομική χυλόπιτα που ήταν ακόμα νωπή στο μυαλό μου. Μιλούσα και χειρονομούσα ακατάπαυστα μέχρι ότου σε κάποια στιγμή ακούστηκε ένας υπόκωφος θόρυβος. Στην αρχή πιστέψαμε ότι είχαμε πάθει λάστιχο, αλλά τα πράγματα ήταν χειρότερα. Το κλιματιστικό του Ματίζ, παρέδωσε πνεύμα λίγο μετά το Ρέθυμνο. Ανοίξαμε τα παράθυρα και συνεχίσαμε την πορεία μας μέσα σε μία αποπνικτική ατμόσφαιρα ανυπόφορης ζέστης και άσχημης διάθεσης. Λίγο πριν ξεκινήσουμε την ανάβαση του Ομαλού, χαλάει το GPS. Σκαρφαλωμένοι στα κορφοβούνια του Ψηλορείτη, χωρίς βοήθεια καμιά από τις χιλιοτρυπημένες από πυροβολισμούς πινακίδες, με το αμαξάκι μας να αγκομαχεί στην ανηφόρα, ωρυόμενο σαν λιοντάρι στη καυτή σαβάνα της τροπικής ζούγκλας από την οποία είχαμε σε απευθείας σύνδεση τον «καυτό λίβα» να μπαίνει από παντού και να μας κόβει την ανάσα.

Το μόνο καλό σ αυτή την εκδρομή ήταν η εικόνα της ερημικής παραλίας στο μυαλό μου, η οποία φάνταζε ως όαση μέσα στον Γολγοθά της καταραμένης εκείνης μέρας. Αυτό όμως που δεν είχαμε υπολογίσει ήταν το ετήσιο beach party του χωριού, το οποίο τη συγκεκριμένη χρονιά είχε κατορθώσει να μαζέψει διπλάσιους καλεσμένους από ότι είχε στο πλάνο ο αρχικός προγραμματισμός. Φτάνουμε στο Κάμπινγκ με μία ακόμα ώρα καθυστέρησης. Ο Νοτιάς να παίρνει το ντόπο, και η αμμοβολή να μη μας αφήνει καν να βγούμε από το αυτοκίνητο. Εννοείται καθώς προσπαθώ με συνοπτικές διαδικασίες να στήσω τη σκηνή, σπάει ένα πασαλάκι. Η ειρωνεία είναι πλέον διάχυτη στην ατμόσφαιρα, αλλά δεν ντρέπομαι, ζητάω δανεικό από το σφίχτη γείτονα, ο οποίος στο φάσμα του χρόνου αποδείχτηκε ο μεγαλύτερος εν ζωή θαυμαστής του Νότη Σφακιανάκη και μάλιστα με ολοκαίνουριο ηχοσύστημα ειδικό για κατασκηνώσεις και φυσικά Dolby Surround 8 ηχείων.

Ο ύπνος φάνταζε ο καλύτερος γιατρός, αλλά ακόμα και μέσα στο ανυπόφορο ηχητικό ποτ πουρί των house ήχων του πάρτι και του Αετού που πέθαινε όλη νύχτα στον Αέρα του γείτονα, το κλασσικό εφιαλτικό κουνούπι που έχει ξεκινήσει το ταξίδι του από τη Νότια άκρη της Αφρικανικής Ηπείρου με μοναδικό σκοπό να σημαδέψει διάνα το τύμπανο του αυτιού μου, είναι για ένα ακόμα καλοκαίρι εκεί που πρέπει να είναι. Είμαι πλέον ένα βήμα πριν την παράνοια, αλλά δε μπορώ να κοιμηθώ έξω από τη σκηνή μιας και υπάρχει ο φόβος των φιδιών και των μεθυσμένων παρταδόρων. Το επόμενο πρωί με βρίσκει ξενυχτισμένο, με άμμο σε όλο μου το κορμί, και τα μάτια κατακόκκινα από τον άνεμο και την αυπνία. Παρόλα αυτά ο Έλληνας εκδρομέας Αθλητής σλας Ρακετίαρ, είναι σταθερά και αυτό το καλοκαίρι στη θέση του ώστε να παραδώσει μαθήματα ρακέτας και βογγητού στους ανυποψίαστους συνλουόμενούς του. Το τίκι τάκα τικι τάκα σταμάτησε ακριβώς την ώρα που ανέλαβαν να κάνουν έργο τα τζιτζίκια της περιοχής. Ζήτησα από το φίλο μου να τα μαζέψουμε όπως όπως και να φύγουμε χωρίς δεύτερη συζήτηση για το Ηράκλειο.

Στον πρώτο ανήφορο, βλέπουμε καπνούς απ το ψυγείο του αυτοκινήτου. Με πιάνει νευρικό γέλιο και κλαίω δίχως σταματημό. Συνεργείο την Κυριακή δεν υπάρχει ανοιχτό, γερανός δεν έρχεται αλλά και να ερχόταν σιγά που θα μας έβρισκε, κάνουμε οτοστόπ. Σταματάει ένα τζιπάκι, ανοίγει ένα παράθυρο και παράλληλα με τη φωνή του νεαρού που μας ρωτάει αν πηγαίνουμε Ηράκλειο, βλέπω στη θέση του συνοδηγού τη γυναίκα των ονείρων μου, με τις φίλες της να χασκογελάνε. «Ξέρεις… Πήγαμε στη γιαγιά μου, αλλά ήταν τελικά καλά και…». Σφινώθηκα στο πίσω κάθισμα, σε απόσταση αναπνοής από εκείνη αλλά δεν έβγαλα λέξη για πάνω από τρεις ώρες. «Δεν υπάρχει χειρότερα» σκέφτομαι και φτάνοντας στο σπίτι μπαίνω τρέχοντας στο ασανσέρ, πατάω το κουμπί για τον πρώτο όροφο και λίγα δευτερόλεπτα μετά κλειδώνομαι μέσα.

Και τότε, βλέπω το πάτωμα του ασανσέρ να ανοίγει, φλόγες να βγαίνουν από μέσα του και…

Ξύπνησα, λουσμένος στον ιδρώτα, πέντε η ώρα το πρωί. Το μόνο που ακουγόταν στο δωμάτιό μου ήταν ο εκνευριστικός ήχος του μπαρουτοκαπνισμένου μου κλιματιστικού.

Καλά θα μου πεις.

Δεν ήταν και τίποτα Ρακετίαρς.

«To κείμενο δημοσιεύτηκε στο FreeVox που κυκλοφορεί»

Scroll To Top